Koc Seyma – Ο πόνος εί-ναι μί-α λέ-ξη

Ένεκεν, λογοτεχνικό περιοδικό τ.45 σ.170-172

Η Σεϊμά Κοτς (Şeyma Koç) γεννήθηκε το 1994 σε μια συνοικία ονόματι Γιάχγιαλι στην Καισαρεία (Τουρκία). Αποφοίτησε από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Άκντενιζ. Τα μικρά διηγήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Varlık, Evrensel Kültür, Dünyanın Öyküsü, Sincan İstasyonu, Güncel Sanat, Kasaba Sanat, Tmolos Edebiyat, Çıngı, Aşkın E Hali, Bireylikler, Tin House, Sindh Pedia, Trafika Europe». Η πρώτη της συλλογή διηγημάτων «Küllerin Şehveti» εκδόθηκε τον Νοέμβρη του 2015. Τα διηγήματά της μεταφράστηκαν στα κουρδικά, ούρντου και αγγλικά. Με τα διηγήματά της συμμετείχε στην έκθεση «The Creative Process» που οργανώθηκε από το American Writers Museum. Εκτός από τη λογοτεχνία, δραστηριοποιείται σε ΜΚΟ για την παιδεία και τα δικαιώματα της γυναίκας.

 Το διήγημα αυτό τιμήθηκε με «Βραβείο Κόπου και Αντίστασης Σενούρ Σεζέρ» 2017.

Ο πόνος εί-ναι μί-α λέ-ξη

             Δεν ξεκινάει αυτό το διήγημα με μία πρόταση εισαγωγής που χτυπάει σαν χαστούκι το πρόσωπο του αναγνώστη. Αλλά ξεκινάει με κάποιον τρόπο. Και θα προχωρεί με οποιονδήποτε τρόπο. Ας πούμε, σε λίγο, μία γυναίκα θα κρεμαστεί και αυτό κατά τη γνώμη σας θα είναι το τέλος του διηγήματος. Ναι, κατά τη γνώμη σας! Όμως αυτό είναι ένα ατελές διήγημα. Ένα διήγημα που δεν έχει τέλος, όπως το κρύο. Κρύο χωρίς τέλος, κρύο χωρίς ύπνο, κρύο χωρίς αναπνοή! ΚΡΥΟ!

             Δεν είναι ανοιχτές οι κουρτίνες του παραθύρου. Αν δεν κοιμάται κάποιος και αν είναι προς το μεσημέρι, γιατί να μην ανοίγουν οι κουρτίνες ενός σπιτιού; Τώρα κάποιοι θα πουν: «Μην ξεφεύγεις από το διήγημα. Μη ρωτάς. Δες το διήγημά σου εσύ!» ενώ εγώ δεν ξέφυγα από το διήγημα, εσείς ήρθατε. Ακόμα και να ξεφύγω, τι σημασία έχει; Εγώ είμαι η ασυμβατότητα. Όχι, δεν «σχίζω» στη λογοτεχνία. Αν μπορούσα θα το έκανα. Θα το έκανα με τα δικά μου χέρια! Αλλά σας είπα, εγώ δεν βγαίνω. Βγαίνει η γυναίκα που σε λίγο θα κρεμαστεί.

             Βγαίνει με τις τελευταίες έξι λίρες που της έμειναν, για να αγοράσει ξύλα. Περνώντας μπροστά από το εργοστάσιο απ΄ όπου απολύθηκε, χαμηλώνει τα μάτια. Και τα σηκώνει περνώντας δίπλα από το σχολείο που πάει το παιδί της.

             Χτυπάει το κουδούνι εκείνου του τελευταίου μαθήματος πριν το μεσημέρι. Το παιδί μπαίνει μέσα και ακολουθεί η καθηγήτρια τουρκικών. Κάποια στιγμή γυρνάει προς το παράθυρο και έρχονται στον νου του οι αδελφές του, που είναι στο σπίτι.

              Την ίδια ώρα στο σπίτι βγαίνει ένα μικρό κεφαλάκι από το σκοτάδι και τη σκοτούρα του παπλώματος που κουνιέται από τα σωματάκια. Μετά, ακόμα ένα μικρό κεφαλάκι… Ο ξυλέμπορος λέει: «Μ΄αυτά τα χρήματα θα πάρεις ξύλα;» Και δίνει τζάμπα, δέκα κιλά ξύλα. Η γυναίκα βάζει ξανά στην τσέπη της τα ψιλά, κρύα όσο είναι οι σωλήνες της σόμπας του σπιτιού της και σηκώνει το τσουβάλι στην πλάτη της. Βάζει στα χείλη της μια μικρή κίνηση σαν να θυμότανε να χαμογελάσει – πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Το παιδί με κείνο το κουδούνι που ανακοινώνει τη μεσημεριανή διακοπή, μαζεύει σιωπηλά στην τσάντα του το στιλό, το βιβλίο και το τετράδιό του, ενώ οι δίδυμες αδελφές μαζεύουν το μαξιλάρι που είχε γλιστρήσει κάτω από τα κεφάλια τους.

             Δεν καίγονται με τίποτα τα ξύλα κι ένα κομμάτι λάστιχο από φορτηγό, επειδή είναι υγρά. Τα χαρτιά αρπάζουν για μια στιγμή και την άλλη σβήνουν, αφήνοντας μαυρίλα.

             Το παιδί κάθεται παράμερα στη γωνία και παρατηρεί να αδειάζει όλο το σχολείο. Και ονειρεύεται ότι περιμένει ολομόναχο στη ζεστή τάξη έστω και πεινασμένο αντί να τουρτουρίζει στο σπίτι. Βλέπει τον επιστάτη να κλειδώνει τις πόρτες.

            Ένα από τα κορίτσια ξεροβήχει. Και το άλλο μιμείται. Ίσως κάνει πρόβα μιας στιγμής από το μέλλον.

    Ύστερα η γυναίκα που θα κρεμαστεί σε λίγο, προσπαθεί να ανάψει τη σόμπα ποιος ξέρει για ποια φορά στη σειρά. Δεν γίνεται! Δεν γίνεται – δεν γίνεται! Δεν ανάβει! Το παιδί περπατάει προς το σπίτι. Τα βήματά του αρχίζουν να βαραίνουν. Η γυναίκα δίνοντας το σεσουάρ στα χέρια των κοριτσιών, λέει: «Πάρτε, να ζεσταθείτε μ΄αυτό.» Εκείνη τη στιγμή! Ακριβώς εκείνη τη στιγμή! Κάτι γίνεται… Πώς το λένε; Πώς το λένε; Πώς το λένε; Μία αγκίδα! Ναι, μία αγκίδα! Όπως λένε, μία αγκίδα όταν τρυπάει το δέρμα κυκλοφορεί σε όλο το σώμα και προχωράει προς την καρδιά. Αρχίζει να προχωράει προς την καρδιά της. Η καρδιά της έχει δύο δωμάτια. Μπαίνει στο δεύτερο δωμάτιο. Ένας γάντζος στο ταβάνι. Ένας γάντζος που απέμεινε από μια κούνια που κοίμιζε.

             Το παιδί στην πόρτα. Αναποδογυρίζει τις γεμάτες με νερό μπότες του. Βγάζει τις βρεγμένες κάλτσες του. Μετά μπαίνει στο σώμα του φτωχόσπιτου. Ναι, μία βρεγμένη αγκίδα! Όπως λένε, μία αγκίδα όταν τρυπάει το δέρμα κυκλοφορεί σε όλο το σώμα και προχωράει προς την καρδιά. Αρχίζει να προχωράει προς την καρδιά του. Η καρδιά του έχει δύο δωμάτια. Το παιδί σε λίγο θα μπει μέσα από την πόρτα του δεύτερου. Και…

            Θα κάψει την καρδιά του!

            Θα κάψει την καρδιά του!

            Θα κάψει την καρδιά του!

              Ξαφνικά! Έτσι! Θα μείνει! Θα μαυρίσει και θα μείνει! Θα νομίζει ότι ζεσταίνεται. Αλλά θα κάνει λάθος! Ξαφνικά θα θυμηθεί τις καταλήξεις των υποκοριστικών που υπαγόρευε η καθηγήτρια σε εκείνο το τελευταίο μάθημα, θα αρχίσει να επαναλαμβάνει τις λέξεις! Θα μεγαλώσει ο χρόνος. Θα μεγαλώσει αυτό το παιδί. Θα μεγαλώσει η ηλικία του. Θα μεγαλώσουν τα πόδια του. Θα μεγαλώσει το ύψος του. Όμως θα κοιτάζει πάλι με τα ίδια μάτια. Θα μεγαλώσουν οι προτάσεις του. Θα μεγαλώσουν οι ρυτίδες στο μέτωπό του. Όμως θα κοιτάζει πάλι με τα ίδια μάτια, με εκείνα τα μάτια όπως κοιτάζει στο σκοινί που κρέμεται η μαμά του… Θα κοιτάζει με εκείνα τα μάτια! Θα μεγαλώσει. Όμως πάλι θα ονειρεύεται ότι ένας βασιλιάς θα κτίζει ένα παλάτι γι΄ αυτό. Θα ονειρεύεται με τα ίδια μάτια.

             Το παιδί στην πόρτα. Το παιδί στην πόρτα. Αναποδογυρίζει τις μπότες του γεμάτες με νερό. Βγάζει τις βρεγμένες κάλτσες του. Μετά μπαίνει στο σώμα του φτωχόσπιτου. Ναι, μία βρεγμένη αγκίδα! Όπως λένε, μία αγκίδα όταν τρυπάει το δέρμα κυκλοφορεί σε όλο το σώμα και προχωράει προς την καρδιά. Αρχίζει να προχωράει προς την καρδιά του. Η καρδιά του έχει δύο δωμάτια. Και μπαίνει μέσα από την πόρτα του δεύτερου.

             Αρχίζει να απλώνεται μία μυρωδιά πάνω του! Μία μυρωδιά καμμένου αίματος! Η μυρωδιά εκείνης της ματωμένης μπουνιάς που χτυπάει στο αριστερό του!

            « – άκι, – άκι, – άκι, λοφάκι, μωράκι, μικράκι, μαμάκι, μαμάκι, μαμάκι…»

 

Μετάφραση: Lale Alatli

Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

 

Acı Bir Söz-cük-tür

Okuyanın suratına tokat gibi patlayan bir giriş cümlesiyle başlamıyor bu öykü. Ama işte bir şekilde başlıyor. Öyle ya da böyle gelişecek de. Sözgelimi, bir kadın birazdan kendini asacak. Ve bu, size göre öykünün sonu olacak. Evet, size göre! Oysa bu sondan yoksun bir öykü. Sondan bile yoksun bir öykü! Son-suz soğuk; uyku-suz soğuk; soluk-suz soğuk! SOĞUK!

Pencerenin perdeleri açılmamış. Kimse uyumuyorsa ve öğlene doğruysa bir evin perdeleri niçin açılmaz? Şimdi birtakım insanlar diyecekler: “Öykünün dışına çıkma. Soru sorma. Sen öyküne bak!” Oysa ben öykünün dışına çıkmadım, siz içine girdiniz. Hem çıksam kaç yazar? Ben bir uyumsuzluğum. Hayır, edebiyat parçalamıyorum. Parçalayabilseydim parçalardım. Ellerimle parçalardım! Ama dedim ya ben çıkmıyorum, kendini birazdan asacak olan kadın çıkıyor.

Elinde kalan son altı lirayla odun almaya dışarı çıkıyor. Kovulduğu fabrikanın önünden geçerken başını eğiyor. Çocuğunun okuduğu okulun yanından geçerken başını kaldırıyor.

Öğleden önceki o son dersin zili çalıyor. Çocuk içeri giriyor. Ardından da Türkçe öğretmeni. Bir ara pencereden yana dönüyor ve aklına evdeki kız kardeşleri geliyor.

O sırada kıpraşan yorganın karanlığından ve bunalmışlığından küçük bir baş çıkıyor. Sonra bir küçük baş daha…

Oduncu “Bu paraya odun mu alınır?” diyerek hayrına on kilo odun veriyor. Kadın, evinin soba boruları kadar soğuk bozuklukları yeniden cebine, çuvalıysa sırtına koyuyor. Dudaklarına -uzak zamanlardan sonra ilk kez- gülümsemeyi anımsamışçasına ufacık bir kıpırtı koyuyor. Çocuk, öğle arasını duyuran o zille kalem, kitap ve defterini usul usul çantasına; ikiz kızlarsa kayan yastığı düzeltip yeniden başlarının altına koyuyor.

Odunlar ve kamyon lastiği nemli oldukları için bir türlü yanmıyor. Kağıtlar, bir anda parlıyor ve ardında tüten kara bir is bırakarak bir anda sönüyor.

Bir köşeye pusup okulun tümden boşalmasını gözleyen ve evde titremek yerine kendi sınıfında tek başına ve aç açına beklemeyi düşleyen çocuk, hademenin kapıları kilitlediğini görüyor.

Kızlardan biri kuru kuru öksürüyor. Öteki de onu taklit ediyor. Belki de gelecek bir anın provasını yapıyor.

Derken, kendini birazdan asacak olan kadın, bilmem kaçıncı kez sobayı tutuşturmaya çabalıyor. Olmuyor! Olmuyor-olmuyor! Yanmıyor! Çocuk eve doğru yürürken, adımları ağırlaşmaya başlıyor. Kadın, kızların eline saç kurutma makinesini vererek “Alın, bununla ısının.” diyor. O an! İşte tam o an! Bir şey oluyor… Nasıl derler? Nasıl derler? Nasıl derler? Bir kıymık! Evet, bir kıymık! Denilir ya, tene batan bir kıymık tüm bedeni dolaşır ve kalbe doğru yürümeye başlar. Kalbine doğru yürümeye başlıyor. Kalbi iki odalı. İkinci odaya giriyor. Tavanda bir kanca. Yıllar yılı uyutmuş ve yormuş! Uyutmuş ve yormuş bir beşik bir de salıncaktan kalma kara bir kanca!

Çocuk, kapıda. İçi su dolan botlarını ters çeviriyor. Islak çoraplarını çıkarıyor. Sonra gecekondunun bedenine giriyor. Evet, ıslak bir kıymık! Denilir ya, bir kıymık tüm bedeni dolaşır ve kalbe doğru yürümeye başlar. Kalbine doğru yürümeye başlıyor. Kalbi iki odalı. Çocuk, birazdan ikinci odanın kapısından içeri girecek. Ve…

Kalbini yakacak!

Kalbini yakacak!

Kalbini yakacak!

Birdenbire! Öylece! Kalacak! Kararıp kalacak! Isındığını sanacak. Yanılacak! Birdenbire o son derste öğretmeninin deftere yazdırdığı küçültme eklerini anımsayıp, sözcükleri yinelemeye başlayacak! Zaman büyüyecek. Bu çocuk büyüyecek. Yaşı büyüyecek. Ayakları büyüyecek. Boyu büyüyecek. Ama yine aynı gözlerle bakacak. Cümleleri büyüyecek. Alın çizgileri büyüyecek. Ama yine hep aynı gözlerle, annesinin sallandığı ipe nasıl bakacaksa o gözlerle… O gözlerle bakacak! Büyüyecek. Ama yine de bir kralın kendisi için saray yaptırdığını görecek. Aynı gözlerle görecek.

Çocuk, kapıda. İçi su dolan botlarını ters çeviriyor. Islak çoraplarını çıkarıyor. Sonra gecekondunun bedenine giriyor. Evet, ıslak bir kıymık! Denilir ya, bir kıymık tüm bedeni dolaşır ve kalbe doğru yürümeye başlar. Kalbine doğru yürümeye başlıyor. Kalbi iki odalı. İkinci odanın kapısından içeri giriyor.

Üstünden bir koku yükselmeye başlıyor! Yanık bir kan kokusu! Solunda vuran o kanlı yumruğun kokusu!

“cik, cik, cik, tepecik, bebecik, minicik, annecik- annecik-annecik…”

 

 

Bir Cevap Yazın

E-posta hesabınız yayımlanmayacak. Gerekli alanlar * ile işaretlenmişlerdir